εύαγρος

εὔαγρος, -ον (Α)
1. αυτός που είναι τυχερός στο κυνήγι
2. αυτός που παρέχει καλό κυνήγι, καλή άγρα
3. επίθ. τού Πανός
4. επίθ. τού Άρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αγρος (< αγρός), πρβλ. φίλ-αγρος, βό-αγρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔαγρος — lucky in the chase masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔαγρον — εὔαγρος lucky in the chase masc/fem acc sg εὔαγρος lucky in the chase neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάγρου — εὔαγρος lucky in the chase masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάγρων — εὔαγρος lucky in the chase masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευαγρής — εὐαγρής, ές (Α) βλ. εύαγρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού εύαγρος*] …   Dictionary of Greek

  • Evagrius, S. (1) — 1S. Evagrius (Euagrius), M. (5. Febr.) Vom Griech. εὔαγρος. = glücklich im Fange, auf der Jagd etc. – Dieser hl. Evagrius war ein Martyrer zu Anazarbi in Cilicien. S. S. Theodula. (I. 657.) …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • ευαγρία — εὐαγρία και ποιητ. εὐαγρίη, ἡ (A) [εύαγρος] το καλό, το επιτυχημένο κυνήγι («ἰχθύων εὐαγρία», Πολ.) …   Dictionary of Greek

  • ευαγρώ — εὐαγρῶ, έω (Α) [εύαγρος] 1. έχω καλή άγρα, πιάνω πολύ κυνήγι («ὅταν εὐαγρήσωσι, θύειν τῷ θεῷ», Αθήν.) 2. (στην προστ. με ευχετ. ή ειρων. σημ.) εὐάγρει άντε ψάρευε …   Dictionary of Greek

  • εὐαγροτέραν — εὐαγροτέρᾱν , εὔαγρος lucky in the chase fem acc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.